Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Υπέρ Υγείας




Υπέρ Υγείας
Σταύρος Ζουμπουλάκης
πηγή: Εφ. Η Καθημερινή, 6.7.2014
Στη Σωσάνα Δελήμπαση του Ευαγγελισμού

Τα σημαντικότερα πολιτιστικά ιδρύματα μιας χώρας είναι τα νοσοκομεία της, δεν είναι τα μουσεία, τα θέατρα, οι βιβλιοθήκες και τα παρόμοια. Στον τρόπο που αντιμετωπίζει μια κοινωνία και ένα κράτος τον άρρωστο, τον ανάπηρο, τον ανήμπορο γέροντα, εκεί φαίνεται ο πολιτισμός. Όλα τα άλλα έρχονται δεύτερα και τρίτα. Στην αντιμετώπιση των αρρώστων δοκιμάζονται οι ηθικές αξίες της κοινωνίας συλλογικά και του καθενός μας ατομικά.
Η ιατρική ασκείται σήμερα κυρίως στα νοσοκομεία, στο πλαίσιο τεράστιων και πολύπλοκων υγειονομικών συστημάτων, στο κέντρο της όμως εξακολουθεί να βρίσκεται πάντα το πρόσωπο του γιατρού. Η ιατρική είναι επιστήμη και τέχνη. Όπως σοφά και λιτά έγραψε ο Χανς Γιόνας «η ιατρική είναι επιστήμη· το ιατρικό επάγγελμα είναι η άσκηση μιας τέχνης, θεμελιωμένης πάνω σε αυτή την επιστήμη». Καρδιά της ιατρικής τέχνης είναι η διάγνωση και κυρίως η θεραπεία. Η ιατρική, ειδικά η σύγχρονη, δεν εξαντλείται βεβαίως στη θεραπεία. Όταν αυτή είναι πια αδύνατη, τότε τη θέση της παίρνει η προσπάθεια για ανακούφιση του πόνου και για ανώδυνο και ειρηνικό τέλος ή, στην περίπτωση της χρόνιας ανίατης νόσου, για τη βελτίωση, όσο γίνεται, των συνθηκών της ζωής του πάσχοντος. Υπάρχουν και άλλες δραστηριότητες του γιατρού, πάντα στην υπηρεσία της ζωής, όπως η παρακολούθηση της κύησης μιας γυναίκας και η γέννα ενός παιδιού ή το ευρύτατο πεδίο της πρόληψης. Πρωτίστως όμως ο γιατρός είναι θεράπων. Αυτό που περιμένει ο ασθενής από αυτόν είναι να τον θεραπεύσει, να τον γιάνει. Κεντρικό στοιχείο της θεραπευτικής του συνείδησης είναι η ικανότητά του να ακούει τον άρρωστο, από σωστή απόσταση, χωρίς να ταυτίζεται μαζί του, να ακούει τη σιωπή του και την κραυγή του, να ακούει το αφήγημα της αρρώστιας του αλλά και το αφήγημα της ζωής του. Συνεκτιμώντας τα δεδομένα, ο γιατρός θα λάβει στο τέλος, σε συνομιλία με τον ασθενή, τη θεραπευτική απόφασή του και θα αναλάβει την ευθύνη της.
Η θεραπευτική συνείδηση και αποστολή του γιατρού απειλείται σήμερα πολλαπλώς, και όχι μόνο, όπως νομίζεται, από το νεοφιλελεύθερο πνεύμα, που απειλεί να υποτάξει τη θεραπευτική απόφαση σε οικονομικά κριτήρια, αντιφερόμενα προς το ιατρικώς ορθό. Απειλείται, αίφνης, σοβαρά από την ποινικοποίηση της ιατρικής, μέσω κυρίως των ασφαλιστικών εταιρειών, όπως μαρτυρεί το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Όταν ο γιατρός εργάζεται υπό την απειλή της ποινικής δίωξης και της καταβολής τεράστιων αποζημιώσεων, τότε παύει να είναι θεράπων. Οχυρώνεται πίσω από πρωτόκολλα, στατιστικές και προγνώσεις, συνήθως τις δυσμενέστερες για να είναι καλυμμένος, και αποποιείται τη θεραπευτική ευθύνη του. Μα δεν πάμε στον γιατρό για να μας πετροβολήσει με στατιστικές, τις οποίες άλλωστε βρίσκουμε και εμείς οι ίδιοι στο Διαδίκτυο, αλλά για να μας κάνει καλά, όσο περνάει από το χέρι του.
Η Ελλάδα είχε και έχει καλούς γιατρούς, με γνώση, τέχνη και έγνοια για τον άρρωστο. Στις Ιατρικές Σχολές της χώρας μπαίνουν οι καλύτεροι μαθητές των σχολείων μας, μαθητές δηλαδή που ήταν όλα τα σχολικά χρόνια σταθερά καλοί, επιμελείς, εργατικοί, με σωματικές και ψυχικές αντοχές, πειθαρχημένοι. Όσοι από αυτούς φοιτούν με συνέπεια και ενδιαφέρον, αποφοιτούν με όλες τις προϋποθέσεις να γίνουν καλοί γιατροί. Και ένας ικανός αριθμός από αυτούς πράγματι γίνονται.
Αυτοί οι καλοί και, ανάμεσά τους, αρκετοί πολύ σπουδαίοι γιατροί έρχονται να ασκήσουν την τέχνη τους σε ένα σύστημα υγείας που πάσχει θεσμικά. Αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι το πρόβλημα της χώρας, το θεσμικό έλλειμμά της, το οποίο εμποδίζει ικανούς και ταλαντούχους ανθρώπους, εν προκειμένω τους γιατρούς, να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους. Αυτό το έλλειμμα έπρεπε να θεραπεύσουμε, πηγή ταλαιπωρίας για τους ασθενείς μα και για τους ίδιους τους γιατρούς, αλλά όχι λιγότερο και πηγή διαφθοράς, αντί να κατηγορούμε αναιδώς το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό μας.
Έχω την εντύπωση πως η σημερινή δεινή κρίση έχει οξύνει την ηθική συνείδηση των γιατρών. Βλέποντας οι περισσότεροι το όραμα του πλουτισμού να χάνεται στο ορατό μέλλον έρχονται όλο και πιο κοντά στον πάσχοντα συνάνθρωπο που καταφεύγει στη βοήθειά τους. Έχω δει κορυφαίους γιατρούς να εργάζονται στα νοσοκομεία μας, κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες, με αυταπάρνηση, χωρίς να παίρνουν ανάσα, κάνοντας ταυτόχρονα χρέη γραμματέα και νοσηλευτή.
Όταν η κρίση περάσει και γραφτεί με ψυχραιμία η ιστορία αυτών των χρόνων, πρέπει κάποιος να φροντίσει να γράψει λίγες σελίδες για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές των νοσοκομείων μας, που πάλεψαν όλο αυτό το διάστημα για να κρατήσουν τη χώρα ζωντανή – κυριολεκτικά.

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Φανατισμός




Η Κοινοτοπία του Κακού
και το πνεύμα του ολοκληρωτισμού
Νίκος Μαραντζίδης
Πηγή: Καθημερινή, 6.7.2014

Η πρόσφατη εμπειρία του ξυλοδαρμού μου με οδήγησε να αναρωτηθώ τι ωθεί κάποιους εικοσάχρονους νέους να χτυπήσουν εν ψυχρώ, και μάλιστα με κλωτσιές στο κεφάλι, έναν άνθρωπο τον οποίο δεν γνωρίζουν, δεν τους έχει βλάψει και επιπλέον έχει τα διπλά τους χρόνια και κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσε να είναι ο πατέρας τους, μόνο και μόνο επειδή διαφωνούν μαζί του. Επιπλέον, με απασχόλησε τι ώθησε κάποιους άλλους να δηλώσουν δημόσια: «εντάξει δεν έπαθε και τίποτε», «λίγα του έκαναν», «μήπως το άξιζε» και άλλα τέτοια.

Ο φανατισμός είναι η αιτία, απάντησε ένας φίλος μου. Ο φανατισμός είναι πράγματι η αναγκαία συνθήκη καθώς σε οπλίζει με τη βεβαιότητα πως κατέχεις τη μόνη αλήθεια. Μετατρέπει την ημιμάθεια σε αλαζονεία, οδηγεί στην άρνηση του διαφορετικού, στην περιφρόνηση και στο μίσος του αντιθέτου. Ο φανατισμός δημιουργεί τις συνθήκες για εκδήλωση βίας, αλλά δεν αρκεί από μόνος του. Ξέρω αρκετούς ανθρώπους που θα τους χαρακτήριζα φανατικούς σε διάφορους τομείς, στην πολιτική, στη θρησκεία ακόμη και στο ποδόσφαιρο, κανένας τους όμως δεν θα χτυπούσε ένα συνάνθρωπό του στα καλά καθούμενα.

Η έλλειψη λογικής, επισήμανε ένας άλλος φίλος. Οντως, η απουσία στοιχειώδους ικανότητας ορθολογικής ανάλυσης είναι μια σημαντική παράμετρος. Οπως το έχει διατυπώσει ο Κάρλο Τσιπόλα, βλάκας είναι αυτός που με τις ενέργειές του προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλον χωρίς να πετυχαίνει από την πράξη αυτή κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του και ενδεχομένως να ζημιώνεται κιόλας. Ενας άνθρωπος λοιπόν, που χωρίς λόγο δέρνει κάποιον άλλον έχει σίγουρα πλεόνασμα βλακείας. Και πάλι όμως, πρέπει να πω, πως γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους που μειονεκτούν ως προς αυτά τα ζητήματα, αλλά δεν θα έφταναν ποτέ στο σημείο να χτυπήσουν απρόκλητα κάποιον άλλον.

Κατά τη γνώμη μου, το πιο βασικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων που μπορούν να κάνουν τέτοιες πράξεις ή να τις υποστηρίξουν δημόσια, είναι η ανικανότητά τους να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και το κακό. Πρόκειται γι’ αυτό, που η φιλόσοφος Χάνα Αρεντ περιέγραψε ως κοινοτοπία του κακού. Οι άνθρωποι που είναι ικανοί να κάνουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα δεν απέχουν τόσο πολύ από τον καθένα μας, δεν είναι τα τέρατα που φανταζόμαστε, είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Αυτά τα άτομα κι όταν κάνουν το μεγαλύτερο κακό δεν το αντιλαμβάνονται, δεν αισθάνονται ενοχές, δεν ντρέπονται. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί η ντροπή θέτει όρια στο κακό, που χωρίς αυτήν δεν υπάρχουν.

Η ιδεολογία αποτελεί τον παράγοντα εκείνο, που πέρα από την ατομική ιδιοσυγκρασία, ευθύνεται περισσότερο για την ανικανότητα κάποιου ατόμου να διαχωρίσει το καλό από το κακό. Μερικές ιδεολογίες έχουν, συγκριτικά με άλλες, το διαβολικό χάρισμα μαγεύοντας τους ανθρώπους, όπως η Κίρκη τους ναύτες του Οδυσσέα, να μπορούν υπό κατάλληλες συνθήκες να μετατρέψουν ανθρώπους σε γουρούνια. Στη σύγχρονη εποχή, τίποτε δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί σε γοητεία τις μεγάλες μεσσιανικές ιδεολογίες: κομμουνισμός, αναρχισμός, φασισμός, φονταμενταλισμός. Ολες οι παραπάνω εγκαθίδρυσαν ολοκληρωτικά καθεστώτα όπου κατέλαβαν την εξουσία.

Η εναπόθεση στις αγκάλες μιας μεσσιανικής ολοκληρωτικής ιδεολογίας που υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο και τη δημιουργία του «νέου ανθρώπου» συνεπαίρνει κάποιους τόσο πολύ ώστε αυτό να λειτουργεί ως αναισθητικό που κοιμίζει τη συνείδηση. Ο μεσσιανισμός είναι το όπιο των συνειδήσεων. Εξαιτίας της τρομακτικής γοητείας τους πάνω στους ανθρώπους, οι μεσσιανικές ιδεολογίες χειραγωγούν τα άτομα, τα στεγνώνουν από ανθρωπιά, τα απαλλάσσουν από την υποχρέωση μιας ατομικής, συχνά άβολης, ηθικής. Δεν είναι τυχαίο πως τόσο ο φασισμός όσο και ο κομμουνισμός χαρακτήριζαν ως μικροαστικό και τιποτένιο τον ανθρωπισμό.

Γι’ αυτόν τον λόγο η κτηνώδης βία έναντι των αντιπάλων τους γίνεται αντιληπτή από τους οπαδούς αυτών των ιδεολογιών ως «δίκαιη». Στη σταλινική ΕΣΣΔ και τη χιτλερική Γερμανία, για παράδειγμα, όσοι δεν μαγεύονταν από τη δύναμη της ιδεολογίας, υφίσταντο την κτηνώδη δύναμη του απόλυτου τρόμου, του οποίου η διαφορά με άλλα αυταρχικά καθεστώτα δεν βρίσκεται μόνο στην έκταση της βίας αλλά και στην ανερυθρίαστη συμμετοχή σε αυτήν των ίδιων των πολιτών. Στον ολοκληρωτισμό η εξουσία ωθεί και ανταμείβει τους πολίτες που επιτηρούν και βασανίζουν άλλους πολίτες στο όνομα της ιδεολογίας. Εκατομμύρια καταδόσεις (μέχρι και τα παιδιά παροτρύνονταν να καταδίδουν τους γονείς τους) και χιλιάδες ξυλοδαρμοί «ανυπάκουων» πολιτών λάμβαναν χώρα κάθε μέρα. Ο ολοκληρωτισμός ως καθεστώς μετατρέπει την κοινωνία σε φάρμα των ζώων.

Ποια μπορεί να είναι η αντίσταση στην κοινοτοπία του κακού; Μακροπρόθεσμα η απάντηση είναι μόνο μία: η ανθρωπιστική παιδεία και η επίμονη καλλιέργεια των αξιών του σεβασμού του άλλου και της ανεκτικότητας. Ο μεσσιανισμός αντιμετωπίζεται μόνο με παιδεία και Κράτος Δικαίου. Σε τελική ανάλυση, από τότε που μάθαμε για το Αουσβιτς και τα Γκουλάγκ, από τότε που η δύναμη του ολοκληρωτισμού αφάνισε εκατομμύρια ανθρώπους σε Ανατολή και Δύση, δεν έχουμε πια καμιά δικαιολογία.

Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Κλασική Λογοτεχνία




Την πάτησε το τρένο
Τάκης Θεοδωρόπουλος
Πηγή: Καθημερινή, 6.7.2014
Αλήθεια τι είναι καλύτερο; Να διαβάσει κανείς το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι ή να διαβάσει κάποιο σοβαρό έργο για την εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία το 1812; Πόσο κοντά στον αληθινό είναι ο Κουτούζοφ που περιγράφει ο ηγεμόνας της ρωσικής λογοτεχνίας; Και τι χρειάζονται όλες αυτές οι ατέλειωτες περιγραφές, αν στην πραγματικότητα θέλεις να μάθεις Ιστορία; Κι όλα αυτά τα πρόσωπα, η Νατάσα, ο πρίγκιπας Αντρέ, ο Πιερ; Εχει τόση σημασία να ξέρεις ότι η ρωσική αριστοκρατία μιλούσε γαλλικά; Μήπως είναι αποδοτικότερη η ανάγνωση κάποιου ιστορικού έργου που αναφέρεται στην εξέγερση των δημοκρατικών εναντίον της μοναρχίας του Λουδοβίκου-Φιλίππου, του οίκου της Ορλεάνης, αποδοτικότερη και διαφωτιστικότερη από την ανάγνωση των τόμων που έγραψε ο Βίκτωρ Ουγκώ και αναφέρονται στα γεγονότα των ημερών εκείνων όπου πρωταγωνιστεί ο περίφημος Γαβριάς; Σε βοηθάει σε τίποτε να ξέρεις πως το «Γαβριάς» εισήχθη στη γαλλική γλώσσα ως κύριο όνομα από τον συγγραφέα των «Αθλίων» και μετά έγινε λέξη που σημαίνει «ο αλητάκος»; Γιατί ήταν μια εποχή που οι συγγραφείς πλούτιζαν τις γλώσσες με τις δικές τους εμπνεύσεις. Ακόμη καλύτερα, σε βοηθάει να ξέρεις ότι ο Ουγκώ ενδέχεται να πήρε τη λέξη από το ελληνικό «γαύρος» που πριν γίνει επίθετο των Ολυμπιακών σήμαινε ο «ατίθασος»; Κι αυτός ο μεγαλοφυής μεταφραστής στα ελληνικά, ο Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίτσης, ο οποίος απέδωσε τον Jean Valjean ως Γιάννη Αγιάννη μήπως ήταν πραγματικός λογοτέχνης; Κανένα λεξικό δεν τον καθοδήγησε, και καμία σημασία. Τον ενέπνευσε μόνον η λογοτεχνική του ευαισθησία. Ειρήσθω εν παρόδω, και για την Ιστορία, επειδή εμείς οι κάτοικοι της Ελλάδας του 21ου αιώνα νομίζουμε πως ανακαλύψαμε την πυρίτιδα και πως γίναμε Ευρωπαίοι γιατί οδηγούμε αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, οι «Αθλιοι» μεταφράστηκαν στα ελληνικά την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησαν στη Γαλλία, το 1862. Μήπως ο ηρωισμός των προσώπων στο «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι ξεπερασμένος; Μήπως ο κατατρεγμός του Γιάννη Αγιάννη ανήκει σε άλλη εποχή; Κι αν ναι, τι νόημα έχει να διαβάζουμε τους κλασικούς;

Απολύτως κανένα. Η λογοτεχνία, η μεγάλη λογοτεχνία, η κλασική λογοτεχνία, είναι γεμάτη από άχρηστες πληροφορίες και μακροσκελείς περιγραφές - τις εγκαινιάζει ο Ομηρος με τον κατάλογο των πλοίων στο Β΄ της Ιλιάδας. Και σε έναν κόσμο που διψάει για ταχύτητα και αποτελεσματικότητα είναι πολύ λογικό η κλασική λογοτεχνία να πάρει τη θέση που της αξίζει. Δεν θυμάμαι αν το έχει πει ο Καλβίνο ή ο Εκο πως ο ορισμός του κλασικού βιβλίου είναι αυτό που όλοι θέλουν να το έχουν στη βιβλιοθήκη τους, αλλά κανείς δεν θέλει να διαβάσει. Βρίσκεται εκεί, στα πάνω ράφια, γεμάτο σκόνη και ζωύφια του χαρτιού, όπως περιγράφει ο Σουίφτ τους αρχαίους στο υπέροχο «Ο πόλεμος των βιβλίων». Αλήθεια ποια είναι η θέση της λογοτεχνίας στη μέση εκπαίδευση σήμερα- ίνα μη είπω την τριτοβάθμια τοιαύτη. Και δεν αναφέρομαι στις ώρες διδασκαλίας, ούτε στα αποσπάσματα από σύγχρονα έργα με τα οποία έχουν εμπλουτισθεί τα εγχειρίδια, αυτές οι μηχανές του κιμά που σε κάνουν να σιχαθείς και τη λογοτεχνία και τη γλώσσα. Αναφέρομαι στη λογοτεχνία, κυρίως στην κλασική λογοτεχνία, σ’ αυτήν που έχει τη δύναμη να διαμορφώσει τη σκέψη με πολύ μεγαλύτερη ένταση απ’ οποιοδήποτε εγχειρίδιο κοινωνικών επιστημών, οικονομικής θεωρίας ή πολιτικού οραματισμού. Αυτή η λογοτεχνία που πάντα δημιουργούσε οχυρά ελευθερίας στη συνείδηση των αναγνωστών της.

Η πολιτική υπήρξε ένα από τα πιο προσοδοφόρα επαγγέλματα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, όπου ακόμη κι αν δεν ήσουν πολιτικός έπρεπε τουλάχιστον να είσαι «πολιτικοποιημένος». Τι σήμαινε είμαι «πολιτικοποιημένος»; Σήμαινε ότι στην καλύτερη περίπτωση διαβάζω Πουλαντζά, στη χειρότερη το λεξικό του μαρξισμού του Ρόζενταλ και το κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο. Η φτώχεια του δημόσιου διαλόγου, η σιτοδεία των ιδεών σ’ ένα μεγάλο μέρος οφείλεται σε αυτήν τη μονομανία που καθιερώθηκε ως η εύκολη παροχή διανοητικών υπηρεσιών. Σ’ αυτήν την έλλειψη λογοτεχνικής παιδείας οφείλεται και μια άλλη δυσμενής όψη του δημόσιου βίου μας, η μετάλλαξη των πρώην στρατευμένων στην αριστερή ιδεολογία σε στρατευμένους του φιλελευθερισμού, η αντιμετώπιση του φιλελευθερισμού με την ίδια δογματική εμμονή που κάποτε υπερασπίζονταν τα θαύματα του σοσιαλισμού. Η λογοτεχνική σκέψη, και μιλώ για την κλασική λογοτεχνία, είναι αντιδογματική σκέψη. Η δε υποχώρηση της λογοτεχνικής παιδείας σε όλη την ευρωπαϊκή εκπαίδευση δημιουργεί το κατάλληλο υπόβαθρο και για την επιβολή της ενιαίας σκέψης και της οργουελιανής εμπνεύσεως νεογλώσσας της πολιτικής ορθότητας. Στη μικρή μας χώρα, με την ανύπαρκτη λογοτεχνική παιδεία, καμία από τις προαναφερθείσες πολιτισμικές ασθένειες δεν λείπει. Κι αν τσακωνόμαστε με τόση ευκολία είναι επειδή αναζητούμε την ενιαία σκέψη, όμως δεν μας αφήνει να την επιτύχουμε ο κακός μας χαρακτήρας. Κάτι είναι κι αυτό.

Σε προηγούμενη αναφορά μου στο θέμα, αναγνώστης είχε σχολιάσει πως είναι σύνηθες άνθρωποι που ασχολούνται με τη λογοτεχνία να της δίνουν τόση σημασία. Η γνωστή αλαζονεία όσων θεωρούν εαυτούς αρκούντως μορφωμένους ώστε να μη χρειάζονται άλλο. Και όσων δεν έχουν ιδέα από λογοτεχνία ώστε να τη θεωρούν χάσιμο χρόνου. Το είπε και ο κ. Ταμήλος. «Δεν θα κάτσουμε να μάθουμε τώρα. Ο,τι ξέρουμε το ξέρουμε». Αγγιξε την ψυχή του Ελληνα ο άνθρωπος. Απλώς να θυμίσω ότι οι παλαιότερες γενιές δεν θεωρούσαν κάποιον καλλιεργημένο εάν δεν είχε διαβάσει τους «Αθλιους» - ει δυνατόν στο πρωτότυπο. Και να διευκρινίσω ότι ο τίτλος είναι αναφορά στο άλλο αριστούργημα του Τολστόι, την «Αννα Καρένινα», τη δυστυχή που την πάτησε το τρένο, έργο επίσης «ξεπερασμένο» που κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση της Κοραλίας Μακρή.

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Γράφω δύσκολα, δεν είναι για παιδιά



Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ:
 «Δεν θα έβαζα ποτέ δικό μου κείμενο στις εξετάσεις» «Γράφω δύσκολα, δεν είναι για παιδιά» δηλώνει η ακαδημαϊκός στο «Βήμα»

«Αν επέλεγα εγώ θέματα για τις εξετάσεις δεν θα έβαζα ποτέ κείμενο της Αρβελέρ»... Αυτό λέει στο «Βήμα» η ίδια η ακαδημαϊκός κυρία Ελένη Αρβελέρ σχολιάζοντας την επιλογή κειμένου της για την αρχαία τέχνη στα ερωτήματα τα Έκθεσης, την πρώτη ημέρα των πανελλαδικών εξετάσεων.
«Γράφω δύσκολα, δεν είναι για παιδιά τα κείμενα μου» λέει η κυρία Αρβελέρ. «Στην Γαλλία, όπου ως πρύτανης δίνω εγώ τα θέματα στα σχολεία, ποτέ δεν έδωσα τέτοια θέματα. Ουδέποτε θα έδινα εγώ τέτοιο κείμενο. Τι δίνετε εδώ στα παιδιά; Τι πράγματα είναι αυτά αναρωτιέται. Και συνεχίζει χαριτολογώντας: «Εγώ όταν μιλώ οι μεταφραστές τρέμουν. Σε δυο ανθρώπους τρέμουν. Σε εμένα και τον Βενιζέλο…».
 Το θέμα της επιλογής ενός τόσο δύσκολου θέματος στην Έκθεση, αλλά και ο σάλος που ξέσπασε χθες μετά την ακύρωση ενός θέματος που κρίθηκε ως «επιστημονικά λανθασμένο» στην Φυσική κατεύθυνσης, δημιουργούν ήδη ένα αρνητικό φορτίο στις εφετινές πανελλαδικές εξετάσεις.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Πρόγραμμα Απολυτηρίων Εξετάσεων



Πρόγραμμα Απολυτηρίων Εξετάσεων

α.α.
Ημερομηνία
Μάθημα
1
Πεμ. 7.6.12
Ιστορία Γ.Π.
2
Παρ. 8.6.12
Ν. Κείμενα
3
Δ. 11.6.12
Μαθηματικά Γ.Π.
4
Τρ. 12.6.12
Θρησκευτικά
5
Τετ. 13.6.12
Αρχαία Ελληνικά
6
Πεμ. 14.6.12
Αγγλικά
7
Τρ. 19.6.12
Φυσική Γ.Π.
8
Τετ. 20.6.12
Κοινωνιολογία
9
Πεμ. 21.6.12
Βιολογία Γ.Π.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Η άποψη της ΠΕΦ για το θέμα της Νεοελληνικής Γλώσσας


ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ
Πολυτεχνείου 6,  10433  Αθήνα
τηλ.: 210-5243434,  fax: 210-5228231
e-mail:
p-e-f@otenet.gr
http://www.p-e-f.gr
                                                                      Αθήνα, 21 Μαΐου 2012

Οι θέσεις της Π. Ε. Φ. για τα θέματα της Νεοελληνικής Γλώσσας Γενικής Παιδείας Γ΄ τάξης Ημερησίου και Δ’ τάξης Εσπερινού Λυκείου και ΕΠΑΛ (Ομάδα Β’).

Ι. KEIMENO
Το κείμενο που δόθηκε στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας είναι απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ «Πολιτισμός και ελληνισμός. Προσεγγίσεις», σε διασκευή. Το θέμα του αναφέρεται στη σημασία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης. Πρόκειται για θέμα που εντάσσεται στη διδακτέα ύλη της Β΄ και της Γ΄ Λυκείου για το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας. 
Ο λόγος του κειμένου είναι σύνθετος, αλλά ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου μαθήματος.

ΙΙ. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α1. Επειδή πρόκειται για στοχαστικό δοκίμιο, η συμπύκνωση του κειμένου στην περίληψη απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από τους μαθητές.
Β1. Οι έννοιες που περιλαμβάνονται στην πρόταση, η οποία δίνεται για να αναπτυχθεί σε παράγραφο, είναι σαφείς. Στοιχεία για την ανάπτυξή της οι μαθητές μπορούν να αντλήσουν και από το ίδιο το κείμενο, αρκεί να τα διαμορφώσουν με τον προσωπικό τους λόγο.
Β2. Οι τρόποι πειθούς που ζητούνται στην ερώτηση Β2α διδάσκονται στην Γ΄ Λυκείου. Μεταφορικές φράσεις, που απαιτεί η ερώτηση Β2β, υπάρχουν αρκετές στο κείμενο.
Β3α και β. Η αναζήτηση συνωνύμων και αντωνύμων δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες.
Στην άσκηση Β4 οι μαθητές πρέπει να προσέξουν τη σύνθετη μετατροπή της δεύτερης φράσης από ενεργητική σε παθητική σύνταξη.

ΙΙΙ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΡΑΠΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
Η παραγωγή λόγου πρέπει να ενταχθεί στο επικοινωνιακό πλαίσιο εισήγησης του μαθητή σε ημερίδα του δήμου. Έχει δύο ζητούμενα διατυπωμένα με σαφήνεια: το πρώτο αναφέρεται, γενικά, στην προσφορά της τέχνης στους σημερινούς νέους και το δεύτερο ζητά τους τρόπους με τους οποίους το σχολείο συμβάλλει στην ουσιαστική επαφή τους με αυτήν.
Επισημαίνεται ότι η Τέχνη είναι ένα θέμα που διδάσκεται ήδη από το Γυμνάσιο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο Θεματικοί Κύκλοι του Λυκείου, καθώς και στα βιβλία Έκφραση – Έκθεση της Β΄ και Γ΄ Λυκείου.
                               Από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων